τηλ: +30 6937562454

Πρόσφυγες στην Πολωνία: Χάσαμε, αλλά κάναμε το σωστό

Πρώτο μέρος


Στα αμπάρια των πλοίων

Οι πολιτικοί πρόσφυγες άρχισαν να καταφθάνουν αμέσως μετά την πτώση της χούντας, το 1974-5, και μέσα σε λίγα χρόνια είχαν μετεγκατασταθεί οι περισσότεροι στην Ελλάδα. Οι μεγαλύτεροι επέστρεφαν και οι νεότεροι έρχονταν για πρώτη φορά. Οι πρώην μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας είχαν διαφύγει από τις οροσειρές του Γράμμου και μετά από μια πρόσκαιρη παραμονή στην Αλβανία, στριμωγμένοι περίπου για δυο βδομάδες στα αμπάρια των πλοίων -Καρολίνα, Κοτσιούσκο, Μπιάλιστοκ-, μεταφέρθηκαν κρυφά από το Δυρράχιο -μη γνωρίζοντας πού πάνε- στα λιμάνια της Βαλτικής Θάλασσας, στην Πολωνία, στο Στετίνο και το Πολίτσε. Είχαν αφήσει πίσω τους χιλιάδες νεκρούς και αιχμαλώτους, ενώ πήραν μαζί τους πολλούς τραυματίες συντρόφους, μεταξύ των οποίων ήταν πολλοί ακρωτηριασμένοι από όλμους και βόμβες που έριχναν τα αεροπλάνα με τα οποία οι αγγλοαμερικάνοι εξόπλιζαν τον εθνικό στρατό, ένα συνοθύλευμα από επιστρατευμένους, συνεργάτες των ναζί και παρακρατικές συμμορίες. Αρκετοί δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Άφησαν την τελευταία τους πνοή στα πλοία τσακισμένοι από τις αναθυμιάσεις και τη σκόνη από το κάρβουνο που μετέφεραν τα φορτηγά πλοία, το στριμωξίδι, τις κακές συνθήκες υγιεινής και τα τραύματά τους. Όταν σφύριζε η σειρήνα του πλοίου, ήξεραν όλοι ότι εκείνη την ώρα οι ναύτες έριχναν κάποιο πτώμα στη θάλασσα.
Στην Πολωνία έφτασαν και κάποιοι μαχητές που διέφυγαν μέσω Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας.


Πάνω στις βαλίτσες

Οι νεότεροι είναι τα παιδιά των πολιτικών προσφύγων. Σχεδόν όλοι γεννήθηκαν στην Πολωνία, από το 1950 και μετά, όταν στο νέο τόπο άρχισαν να δημιουργούνται οικογένειες και να στήνονται σπιτικά. Μεγάλωσαν με τη σκέψη των γονιών τους στραμμένη στην Ελλάδα. Κανένας τους δεν πίστευε ότι η παραμονή τους στην Πολωνία θα ήταν μακρόχρονη ή μόνιμη. Κρατούσαν τις βαλίτσες πίσω από την πόρτα και με κάθε αφορμή και σε κάθε γιορτή, η συνηθισμένη ευχή ήταν «και του χρόνου στην πατρίδα».
Η ζωή στην Πολωνία ήταν καλή. Το σοσιαλιστικό καθεστώς δεν ήταν τόσο περιοριστικό όσο σε άλλες χώρες του ανατολικού μπλοκ και η φιλοξενία για τους κυνηγημένους Έλληνες ήταν υποδειγματική, παρ’ όλο που η Πολωνία ήταν γεμάτη ερείπια και θρηνούσε έξι εκατομμύρια νεκρούς. Περισσότεροι από 1.700 ανάπηροι πρόσφυγες νοσηλεύτηκαν στο νοσοκομείο 250, στο νησί Βόλιν. Απέκτησαν τεχνητά μέλη, πήραν επίδομα αναπηρίας και, στη συνέχεια, στους τόπους μόνιμης εγκατάστασης, είχαν την ευκαιρία να αυξήσουν το εισόδημά τους απασχολούμενοι σε εργασίες κατάλληλες για άτομα με αναπηρίες. Σπίτι, δουλειά, περίθαλψη, σχολείο, αναψυχή ήταν διασφαλισμένα για όλους. Καμία διάκριση σε σχέση με τους Πολωνούς, ούτε στα εύκολα ούτε στα δύσκολα.
Τα παιδιά που ήταν ορφανά ή οι γονείς τους είχαν μείνει στην Ελλάδα ή δεν είχαν εντοπιστεί έχοντας σε πολλές περιπτώσεις διοχετευτεί σε άλλες χώρες, από τη Βουλγαρία και την Τσεχοσλοβακία ώς το Ουζμπεκιστάν, ταχτοποιήθηκαν στην παιδούπολη. Οι αρτιμελείς διαμοιράστηκαν εξ αρχής σε διάφορες πόλεις και χωριά, με σημαντικές συγκεντρώσεις στην πόλη Ζγκορζέλετς και στο χωριό Κροστσένκο, όπου τους ακολουθούσαν οι τραυματίες που αποθεραπεύονταν.
Παντού, οι πρόσφυγες έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Με αυτοοργάνωση και αυτοδιαχείριση δημιούργησαν συνεταιρισμούς, μιας και στην πλειοψηφία τους ήταν αγρότες, έχτισαν σπίτια και κοινόχρηστους χώρους και φρόντισαν με ζήλο την επιμόρφωση των παιδιών τους.
Αυτή η ιστορία των προσφύγων είναι ελάχιστα γνωστή. Γιατί, για τους νικητές, ήταν κομμουνιστοσυμμορίτες και κάθε αναφορά σ’ αυτούς με άλλο πρόσημο ήταν απαγορευμένη για πάρα πολλά χρόνια. Όταν άνοιξε ο δρόμος για την Ελλάδα, αρκετοί είχαν πεθάνει, πολλοί ήταν ηλικιωμένοι, μερικοί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα γιατί είχαν δηλωθεί ως σλαβομακεδόνες και μια μερίδα επέλεξε να παραμείνει στην Πολωνία. Επειδή δε το ενδιαφέρον της κοινωνίας, στη μεταπολίτευση, ήταν εστιασμένο στην αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το καινούριο αίσθημα ελευθερίας, το δυναμικό φοιτητικό κίνημα, το κυπριακό, τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ κ.λπ., η παλιννόστηση των πολιτικών προσφύγων με τα παιδιά τους πέρασε μάλλον απαρατήρητη.
Με αυτά τα δεδομένα, αποφάσισα να ασχοληθώ μαζί τους. Έτσι κι αλλιώς, εντάσσονταν στους Έλληνες της Διασποράς με τους οποίους καταπιανόμουν ήδη.


Το έναυσμα

Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας λειτουργούσε (μέχρι πρότινος) μία πολύ καλή ταβέρνα με πολωνέζικη κουζίνα, το Δίπορτο, με ιδιοκτήτη τον Βαγγέλη Ρουσιώτη, γνωστό ως Βόιτεκ, πολωνιστί. Οικογενειακή επιχείρηση και τόπος συνάντησης όχι τόσο Πολωνών όσο Ελλήνων εκ Πολωνίας. Εκεί, τρώγοντας ζυμαρικά και κρεατικά με ασυνήθιστες σάλτσες και πίνοντας σφηνάκια βότκας Ζουμπρούφκα, σχεδιάσαμε το ταξίδι μας στην Πολωνία, με τον Βαγγέλη και τον Κώστα Αρβανιτάκη, σκηνοθέτη και οπερατέρ.
Στον πρώτο σταθμό, η παλιά Βαρσοβία με εντυπωσίασε γιατί είχε χτιστεί ξανά όπως ήταν πριν τους ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, αλλά δεν είχε ελληνική κοινότητα. Είχε όμως, και έχει, έδρα ελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο, χάρη στην παιδεία σπουδαίων δασκάλων όπως η Μαλγκολζάτα Μπορόβσκα που την παρακολούθησα να διδάσκει, ελλείψει κατάλληλων εγχειριδίων από την Ελλάδα, με φωτοτυπίες από βιβλία γλώσσας, λογοτεχνίας, ιστορίας, περιοδικά και κόμικς!
Η μαζική παλιννόστηση, από το 1974 και ιδίως στη δεκαετία του ’80, είχε διασκορπίσει τον συμπαγή Ελληνισμό. «Καταχαθήκαμε!» όπως μου είπε πικραμένα ένας από τους συνομιλητές μου. Εντούτοις, υπήρχαν αρκετοί Έλληνες για να μας αφηγηθούν επί τόπου τις εμπειρίες της προσφυγιάς. Παλιοί αντάρτες και νέοι, υπάλληλοι, εργάτες, επιχειρηματίες, εκπαιδευτικοί και καλλιτέχνες. Ανθρώπους μετανοιωμένους δεν συναντήσαμε· ανθρώπους απογοητευμένους από την τροπή των πραγμάτων πολλούς, παρ’ όλο που είχαν μεσολαβήσει τόσα πολλά χρόνια σχετικά καλής ζωής. Οι πιο μεγάλοι που έμειναν για να πεθάνουν στην Πολωνία, δεν είχαν ούτε συγγενείς ούτε περιουσία στην Ελλάδα για να επιστρέψουν. Γι’ αυτούς, η εκπλήρωση της ευχής «και του χρόνου στην πατρίδα» άργησε πολύ. Συναντήσαμε όμως, και άλλους που ήθελαν πολύ να γυρίσουν στα χωριά τους, στη Μακεδονία, αλλά το ελληνικό κράτος τούς απαγόρευε την είσοδο, γιατί είχαν καταγραφεί από τα χρόνια του εμφυλίου, τότε που οι κομμουνιστές φαντάζονταν μια ομοσπονδία σοσιαλιστικών βαλκανικών χωρών χωρίς σύνορα και εθνικές διακρίσεις, ως σλαβομακεδόνες. Για τις ελληνικές κυβερνήσεις, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, οι σλαβόφωνοι πρώην μαχητές, κάτοικοι των χωριών της Δυτικής Μακεδονίας, συνέχισαν να χαρακτηρίζονται ως εχθροί της Ελλάδας όχι πλέον εξ αιτίας της συμμετοχής τους στο Δημοκρατικό Στρατό, αλλά της ταυτότητάς τους ως Μακεδόνων του βορρά. Έτσι, και επί δημοκρατίας, αποκλείστηκαν δια βίου από τη γενέτειρά τους και τους συγγενείς τους. Στους συλλόγους των Ελλήνων, που τώρα μαζεύονται για να παίξουν σκάκι και τάβλι, μας μίλησαν κι αυτοί που έλιωναν στην ξενιτιά με τον καημό ότι δεν θα ξαναδούν τον τόπο τους και δεν θα πεθάνουν στην πατρίδα τους. Η αδικία ήταν πολύ μεγάλη, για μερικές εκατοντάδες αγωνιστές. Και γινόταν μεγαλύτερη με τη συνενοχή των πολιτικών δυνάμεων, που παράβλεπαν το πρόβλημα, οι μεν κάνοντας αντίποινα στους σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ και οι δε φοβούμενοι το πολιτικό κόστος.


Στο Βρότσλαβ

Στο Βρότσλαβ, με καταγωγή του πατέρα του από τη Νέα Ζωή της Έδεσσας, ο ζωγράφος Μιχάλης Χρυσουλίδης, απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της πόλης, μου μίλησε στο εργαστήρι του, ανάμεσα σε εξαίρετα έργα, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος με δύο ταυτότητες. Πολωνός, Έλληνας, ένα απροσδιόριστο μίγμα ή τίποτα από τα δύο; Και ο Χρήστος Μάντζιος, διακεκριμμένος γλύπτης, αναφέρθηκε στο πολιτικά παράδοξο, να προέρχεται κανείς από γονείς κομμουνιστές και ο ίδιος να παλεύει κόντρα στο καθεστώς που τους φιλοξενεί ως ομοϊδεάτες. Ο Μάντζιος, στα φοιτητικά του χρόνια, το ’80-’81, ήταν πρόεδρος μιας ένωσης φοιτητών στη Σχολή Καλών Τεχνών που αγωνίζονταν για τον εκδημοκρατισμό της Πολωνίας και φυλακίστηκε για μισό χρόνο για την πολιτική του δράση. Στο σχόλιο μου ότι αυτή η επιλογή του ήταν κόντρα στους αγώνες και τις ιδέες των γονιών του, μου απάντησε ότι «αυτό που είχαμε στην Πολωνία δεν ήταν κομμουνισμός».
«Δεν πρέπει ποτέ να δέχεσαι κάτι a priori και να το πιστεύεις χωρίς μια κριτική ματιά», μου είπε ο Ηλίας Βράζας, σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, κάτω από κορνιζαρισμένες φωτογραφίες ανταρτών του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού, λίγο πριν κοιμηθούμε το βράδυ στρωματσάδα. Καθηγητής στο πανεπιστήμιο, στον τομέα «Επιστήμη του Πολιτισμού», με διδακτορικό στη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία, ήταν και είναι ένας από τους ακτιβιστές του κινήματος των απογόνων των πολιτικών προσφύγων. Διδάσκει, γράφει και... τραγουδάει! «Ανάμεσα στους καθηγητές του πανεπιστημίου είμαι ο καλύτερος τραγουδιστής», λέει μειδιώντας, «και ανάμεσα στους τραγουδιστές είμαι ο καλύτερος καθηγητής»!


Στην Κρακοβία

Στην Κρακοβία, ο παλαίμαχος Στάθης Τοπάλης με την Πολωνέζα σύζυγό του, δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Δεν του έφτανε η σύνταξή του, περιουσία δεν είχε και ήταν πολύ μεγάλος για να ξαναπιάσει δουλειά στην Ελλάδα. Τουλάχιστον, ζούσαν μία καθ’ όλα αξιοπρεπή ζωή στο περιποιημένο διαμέρισμά τους. Αλλά ούτε και η Νίκη, αδελφή του Βαγγέλη, που ήταν νέα μπορούσε να γυρίσει. Με σύζυγο Πολωνό και δύο κόρες, την Ηλέκτρα και την Αρετή, δεν ήταν σίγουρη ότι θα έβρισκε καλύτερη δουλειά στην Αθήνα που ζουν οι δικοί της. Η εμπειρία τους δεν ήταν πολύ ενθαρρυντική. Φιλοξενηθήκαμε και οι τρεις, Στέλιος, Κώστας, Βαγγέλης, στο διαμέρισμά τους, ένα απ’ αυτά τα συμπαθητικά διαμερίσματα των πολυκατοικιών που χτίστηκαν μετά τον πόλεμο για να έχουν σπίτι όλοι και δυσφημίστηκαν πάρα πολύ στη Δύση, όταν οι προπαγανδιστές και οι άσχετοι τα σύγκριναν με τα διαμερίσματα των πλουσίων στο Κολωνάκι, το Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη και όχι με τα παρεμφερή διαμερίσματα της Κυψέλης, τα οποία δεν διέθεταν, ούτε διαθέτουν, δωρεάν θέρμανση και ζεστό νερό όλο το εικοσιτετράωρο, ρεύμα και γκάζι με πολύ χαμηλό τίμημα και ένα πάρκο τριγύρω γεμάτο μεγάλα δέντρα, πολλά από τα οποία φυτεύτηκαν από τους Έλληνες όταν πρωτοεγκαταστάθηκαν εκεί. Ο Βαγγέλης, που ζούσε στην Κρακοβία από το 1957, αφότου μετακόμισαν οικογενειακώς από το Κροστσένκο, μας γνώρισε διάφορους φίλους του Πολωνούς, όπως την οικογένεια της Ρόμα, μιας όμορφης  δασκάλας, που μας τραγούδησε παίζοντας στο πιάνο πολλά ελληνικά τραγούδια τα οποία έμαθε συμμετέχοντας στα ελληνικά συγκροτήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70, τότε που έπαιζαν από συρτάκι μέχρι Μπιτλς, σε νεανικά πάρτι και σε γιορτές των συλλόγων, με φόντο την Ακρόπολη ή την προσωπογραφία του Άρη Βελουχιώτη!
Από τους Έλληνες, ο Κώστας Χαραλαμπόπουλος και η Άννα, πήγαν πολύ καλά οικονομικά, αλλά δεν έπαψαν στις παρέες τους να τραγουδούν «Στο περιγιάλι το κρυφό».


Στο Ζγκορζέλετς

Στο Ζγκορζέλετς, η πιο εμφανής ελληνική εκδήλωση ήταν το Πανπολωνικό Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, με οργανωτή τον δημοτικό σύμβουλο Νίκο Ρουσκέτο, που γίνεται κάθε χρόνο με συμμετοχή Ελλήνων και Πολωνών, μουσικών, τραγουδιστών και συγκροτημάτων, που παίζουν και τραγουδούν ελληνικά τραγούδια τα οποία ανέκαθεν ήταν πολύ δημοφιλή στην Πολωνία. «Με τα τραγούδια του Θεοδωράκη νιώθαμε περήφανοι που είμαστε Έλληνες και με τα τραγούδια του Χατζή ρίχναμε τις Πολωνέζες», μου έλεγαν προσφάτως φίλοι μου σε μια παρέα. Το γήπεδο μπάσκετ ήταν κατάμεστο από κόσμο και πολλοί σιγοτραγουδούσαν δείχνοντας ότι ήξεραν τα τραγούδια του Ξαρχάκου ή του Βαμβακάρη που παρουσίαζαν οι καλλιτέχνες. Εκείνες τις μέρες, οι τοπικές αρχές, με μία ωραία τελετή, με το δήμαρχο και τη φιλαρμονική του δήμου, παρόντος του Έλληνα πρέσβη στη Βαρσοβία, αποκάλυψαν μια εντοιχισμένη επιγραφή στο κέντρο της πόλης που αναφέρεται τιμητικά στο ρόλο των 14.500 Ελλήνων που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του Ζγκορζέλετς, από το 1949. Παράλληλα, οργάνωσαν ρεσιτάλ πιάνου του δεξιοτέχνη Άρη Χατζηνικολάου και έκθεση ζωγραφικής με έργα του ντόπιου Έλληνα καλλιτέχνη Τάκη Μακαντάση εμπνευσμένα από την Ελλάδα.
Η πόλη πρωτοκατοικήθηκε το 1949 από Έλληνες. Οι Γερμανοί κάτοικοί της είχαν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν το κομμάτι της πόλης που ήταν στην πολωνική μεριά, παραμένοντας μόνο στο άλλο κομμάτι της, στη γερμανική πλευρά, στο Γκέρλιτς. Εκεί, έμαθα πολλά, από μία Ελληνίδα που είχε εστιατόριο στο Γκέρλιτς, για την ιστορία του υπό μοναρχική διοίκηση ελληνικού τάγματος, επτά χιλιάδων αξιωματικών και στρατιωτών που μεταφέρθηκαν από την Καβάλα στο Γκέρλιτς, με τη βοήθεια των Γερμανών, το 1916, για να αποφύγουν τη βενιζελική επικράτηση. Άλλο ένα φοβερό δράμα, συνέπεια του εθνικού διχασμού, που πέρασε στα ψιλά της ιστορίας.
Στο Ζγκορζέλετς, επισκέφτηκα τα κτήρια του Σχολείου αριθμός 3 από το οποίο πέρασαν τρεις χιλιάδες Ελληνόπουλα και του εργοστασίου στο οποίο 500 ανάπηροι κατασκεύαζαν σχολικές τσάντες και πληρώνονταν καλά χάρη στην υψηλή παραγωγικότητά τους, προκαλώντας την γκρίνια των Πολωνών εργαζομένων που ήταν πιο χαλαροί σε σχέση με τους Έλληνες που πίστευαν με πάθος ότι εκτός από το μεροκάματο συνέβαλαν και στην ταχύτερη οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Σήμερα, οι Έλληνες μετριούνται σε μερικές δεκάδες, που αυξάνονται συνυπολογίζοντας συζύγους και παιδιά από μικτούς γάμους. Απ’ αυτούς που έμειναν, μερικοί μπόρεσαν να προσαρμοστούν ταχύτερα στο καπιταλιστικό σύστημα και ευημερούν, ασχολούμενοι με το εμπόριο, τα τρόφιμα και τις οικοδομές, όπως ο Σταύρος Ταχουρίδης που ζει σε ένα ωραίο κτήμα, στα περίχωρα της πόλης, και κουβάλησε από την Ελλάδα όλα τα μάρμαρα με τα οποία, όπως μου είπε, έστρωσε το πάτωμα του σπιτιού, για να πατάει Ελλάδα, κάθε μέρα. Ελλάδα αισθάνεσαι και στο νεκροταφείο της πόλης, όπου οι δεκάδες τάφοι των Ελλήνων αποτελούν ένα ξεχωριστό τμήμα με μεγάλα εγχάρακτα ονόματα: Ανδρέου, Βενέτης, Παλαντζίδης, Παπαδόπουλος, Ζαφειρίου...
Ταξιδεύαμε με το τρένο, για οικονομία, ξεκούραση, περισυλλογή και προετοιμασία. Από το βορρά στο νότο και από τη δύση στην ανατολή, χαζεύοντας τους διάσπαρτους οικισμούς και τη φύση σ’ αυτή τη μεγάλη χώρα των 40 εκατομμυρίων ανθρώπων που έδωσαν καταφύγιο στους κυνηγημένους Έλληνες του εμφυλίου πολέμου.


Στο Κροστσένκο

Στο Κροστσένκο, η κατάσταση ήταν πιο μαγική. Ένα πανέμορφο χωριό, καταπράσινο, με χαμηλούς λόφους και ένα ελικοειδές ποτάμι, που φιλοξένησε διόμιση χιλιάδες Έλληνες σε ξύλινα αγροτικά σπίτια. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της χώρας, δύο χιλιόμετρα από τα σύνορα, εγκαταλειμμένο από τους Ουκρανούς κατοίκους του, επίσης λόγω των ανακατατάξεων που προκάλεσε ο πόλεμος. Όπως μου εξομολογήθηκε ο Γιώργος Ταρσούδης, ένας από τους λίγους Έλληνες που ακόμα ζούσε στο χωριό με τη γυναίκα του, συνταξιούχοι που έβοσκαν τα πρόβατά τους στο πλούσιο γρασίδι της περιοχής, τα μέλη της επιτροπής που είχε συσταθεί για να επιλέξει τον τόπο εγκατάστασης των προσφύγων, είχαν εντυπωσιαστεί -καλοκαίρι καιρό- από την ομορφιά του χωριού που θύμιζε Ελλάδα, μην μπορώντας να φανταστούν πόσο βαρύς είναι ο χειμώνας, με παχύ χιόνι και βορινούς ανέμους από την ουκρανική στέπα!
Οι Έλληνες έφτιαξαν συνεταιρισμό, πήραν άλογα, γελάδες και γουρούνια, και ανέπτυξαν το χωριό. Στην είσοδό του, δεσπόζει το μεγάλο κτήριο του σχολείου, όπου έμαθαν γράμματα εκατοντάδες παιδιά. Εκεί που λειτουργούσε κατασκήνωση το καλοκαίρι και φιλοξενούσε Ελληνόπουλα από πολλές πόλεις και χωριά.
Στον κεντρικό δρόμο, βρήκαμε ανοιχτό το «Σπίτι της νεολαίας», καθαρό, αλλά άδειο από ανθρώπους. Με πολλά ελληνικά βιβλία εξαιρετικά ταξινομημένα στη βιβλιοθήκη του και ένα θεατράκι με καθίσματα και φαρδιά σκηνή που κάποτε έτριζε από τα βήματα των παιδιών που γιόρταζαν τις εθνικές επετείους, χόρευαν συρτούς και καλαματιανούς, τραγουδούσαν  το «Χωριό μου αγαπημένο», διάβαζαν ποιήματα του Παλαμά, του Σεφέρη και του Ρίτσου ή απήγγειλαν το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» λέγοντας «να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάματα, του λαού τα πράματα». Μπροστά στην είσοδό του, έστεκε ραγισμένη η ψηλή μαρμάρινη στήλη με την ανάγλυφη προτομή του Νίκου Μπελογιάννη και τη φθαρμένη επιγραφή:
ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΤΟ 1915 ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ ΤΟ 1952 ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ (γραμμένα και στα πολωνικά)
Ίδια εικόνα και στο αποκλειστικά ελληνικό νεκροταφείο, λίγο έξω από το χωριό, μέσα στα δέντρα. Τάφοι χορταριασμένοι, με επιτύμβιες πλάκες που αντί για σταυρούς είχαν χαραγμένα σφυροδρέπανα και αστέρια. Η Βαγγελίτσα Μπαντή, κόρη της προέδρου της κοινότητας, μόνιμη κάτοικος Πολωνίας παντρεμένη με τον ελληνόφωνο Γιάτσεκ, ιδιοκτήτες σούπερμάρκετ, και ο Βαγγέλης, είχαν φροντίσει να έχουν μια τσάντα γεμάτη με μικρά καντηλάκια που τα άναβαν και τα τοποθετούσαν πάνω στους τάφους κάνοντας τρυφερά σχόλια για τα προσφιλή τους πρόσωπα, συγγενείς, φίλους και δασκάλους, όπως ο «παππούς» Οδυσσέας Οικονόμου (1901-1971). Μείναμε πολύ ώρα στο νεκροταφείο, μνημονεύοντας τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν για την πατρίδα και τη δικαιοσύνη, για να ταφούν τελικά σε μια άλλη γη, πολύ μακριά από τα βουνά της Πίνδου. Αλμπάνης, Αραμπατζής, Μολόχας, Κατσίμπας... Ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε τότε ότι ακόμα και νεκροί δεν γλιτώνουν από τους ζωντανούς. Γιατί, λίγο καιρό αργότερα, πληροφορηθήκαμε ότι οι μαστόροι ενός συνεργείου που πήρε παραγγελία από την ελληνική πρεσβεία της Βαρσοβίας, μετά την προβολή της ταινίας μας από την ΕΡΤ και κατόπιν αιτήματος της ΓΓΑΕ, να περιφράξει και να περιποιηθεί το νεκροταφείο, βεβήλωσαν τους τάφους και τη μνήμη των νεκρών αφαιρώντας από τους τάφους τα αστέρια και τα σφυροδρέπανα!
Βέβαια, στις ελληνικές κοινότητες, η ομόνοια δεν έμεινε ανέπαφη. Το 1956, με την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη από γραμματέα του ΚΚΕ, η ενότητα των πολιτικών προσφύγων διερράγη. Στο Κροστσένκο, οι αντιπαραθέσεις ανάγκασαν πολλούς «Ζαχαριαδικούς» να μετεγκατασταθούν σε παραδιπλανό χωριό! Μάλιστα, μου είπαν, ότι προσπαθώντας, οι «Κολιγιαννικοί», να τους απομονώσουν πλήρως, δεν επέτρεπαν ούτε να θάψουν τους νεκρούς τους στο νεκροταφείο του χωριού! Τα ίδια έγιναν και με τη διάσπαση του 1968, πολλαπλασιάζοντας και βαθαίνοντας τις αντιθέσεις μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα με τρόπους πολύ απαξιωτικούς.
Πάντως, φεύγοντας από το Κροστσένκο, τη Νέα Ζωή των πολιτικών προσφύγων, μας ακολουθούσαν τα τελευταία λόγια του εβδομηντάχρονου Ταρσούδη. «Δεν λυπούμαι καθόλου γιατί τρία χρόνια πείνασα, υπόφερα, είδα το θάνατο μπροστά μου, παιδιά να σκοτώνονται... Χάσαμε, αλλά σ’ αυτό που μπλέχτηκα ήτανε σωστό.»

Μέρος δεύτερο

Το κοινό στοιχείο όλων είναι αφενός η συμμετοχή των γονιών τους στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και αφετέρου η ζωή τους στην Πολωνία όπου οι περισσότεροι μεγάλωσαν μετά τη διαφυγή μέσω Αλβανίας, Γιουγκοσλαβίας ή Βουλγαρίας, το 1949.
Κατά κοινή ομολογία, η φιλοξενία των Πολωνών ήταν εξαιρετική, αν υπολογίσει κανείς ότι η χώρα ήταν κατεστραμμένη, με έξι εκατομμύρια νεκρούς, όπως και η Σοβιετική Ένωση, και δεν υπήρχε κανένα σχέδιο Μάρσαλ για να την αναστηλώσει.
Αλλά οι παλιοί αντάρτες δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με την παραμονή τους σε μια ξένη χώρα, παρ’ όλη τη φροντίδα που παρείχε το καθεστώς που εκπλήρωνε τους κοινωνικούς στόχους του δικού τους αγώνα. Η επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα επικρατούσε. Γι’ αυτό, δέσποζε η ευχή «και του χρόνου στην πατρίδα». Το όπλο παρά πόδα είχε αντικατασταθεί από τη βαλίτσα παρά πόδα. Και το σοσιαλιστικό όραμα είχε παραχωρήσει τη θέση του στη νοσταλγία για την πατρίδα. Μια επιθυμία που ήταν αδύνατο να εκπληρωθεί, γιατί πολλοί διώκονταν στην Ελλάδα ή τους είχε αφαιρεθεί η ιθαγένεια και άλλοι δεν είχαν πια ούτε συγγενείς ούτε σπίτι, αφού είχαν όλοι ξεριζωθεί, φυλακιστεί ή σκοτωθεί από το στρατό και τις παρακρατικές συμμορίες και ο βιός τους είχε καεί ή δημευτεί. Συνολικά, οι φυγάδες μαχητές στις ανατολικές χώρες υπολογίζονται σε 56 χιλιάδες συν, κατά ορισμένους ερευνητές, ένα εξίσου μεγάλο αριθμό αμάχων που αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν για να γλιτώσουν από πράξεις αντεκδίκησης. Ένα σημαντικό μέρος κατέφυγε στην Πολωνία. Με φορτηγά πλοία και τρένα. Βασικό σημείο διαφυγής οι οροσειρές του Γράμμου. Εκεί που, τον περασμένο Ιούλιο, αντάμωσαν εκατοντάδες παιδιά των πολιτικών προσφύγων και ελάχιστοι πρώην μαχητές, για ευνόητους λόγους. Έχουν ήδη περάσει 61 χρόνια. Αλλά αυτοί οι λίγοι, που είχαν ανέβει στο βουνό στα 16 ή 17 τους χρόνια και μπόρεσαν, στα 80 τους, να μας ακολουθήσουν στο Γράμμο, αποτέλεσαν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Με τις αφηγήσεις τους, τα όμορφα αλλά ήσυχα τοπία γέμιζαν δράση, αγωνία, πόνο και τόλμη. Εγώ μίλησα με όλους. Γιατί, χωρίς αυτούς, μόνο με αγκαλιές, χορούς και τραγούδια, η εξόρμηση θα έμοιαζε εκδρομή παλιών συμμαθητών. Κάτι που μερικοί το επιθυμούσαν. Γιατί αν οι παλιοί μαχητές ανέβηκαν στο βουνό από ομοδοξία, οι απόγονοί τους αποτελούν μωσαϊκό αντιλήψεων και πεποιθήσεων. Από κομμουνιστές έως αντικομμουνιστές και από σοσιαλδημοκράτες έως συντηρητικούς, συνάντησα στο Γράμμο. Όλοι με σεβασμό στους γονείς, αλλά μερικοί αρνητικοί στις κοσμοαντιλήψεις τους. Τα αίτια αυτής της πολύμορφης συμπεριφοράς πολλά. Το ένιωσα με την ταινία που ετοίμασα, με τίτλο «Και του χρόνου στην πατρίδα», καταγράφοντας ό,τι διαδραματίστηκε στο Γράμμο. Κάποιοι δεν ήθελαν να συμπεριλάβω συνεντεύξεις από τους «παλιούς», με το αιτιολογικό ότι θα πολιτικοποιούσαν το αντάμωμα! Μα τότε, ρώτησα, γιατί το αντάμωμα γίνεται στο Γράμμο, πεδίο μαχών με ανεξίτηλους συμβολισμούς, και όχι στα λουτρά της ωραίας Ελένης; Και ο πολιτικός λόγος του δημάρχου; Και η πρόσκληση στον Παντελή Βούλγαρη;
Μερικοί δεν ήθελαν ούτε αναφορές στη ζωή στην Πολωνία. Μα αυτός δεν είναι ο κοινός παρονομαστής όλων; Γι’ αυτά τα χρόνια δεν μιλούσαν όλο το τριήμερο; Ακόμα και τα τραγούδια που τραγούδησαν ήταν αυτά που μάθαιναν από μικρά παιδιά στην Πολωνία, πολωνέζικων τραγουδιών συμπεριλαμβανομένων. Αξεδιάλυτες αντιφάσεις, μιας γενιάς με πολλά κενά, τραύματα ή ερωτήματα, που η προσωρινότητα εγκατάστασης στην Πολωνία και η δυσκολία ενσωμάτωσης στην Ελλάδα δεν βοήθησαν να γιατρευτούν ή να απαντηθούν. Τριάντα χρόνια ζωής στην Πολωνία και τριάντα χρόνια στην Ελλάδα φαίνεται ότι δεν δημιουργούν ένα κανονικό άθροισμα, τουλάχιστον για αρκετούς ανθρώπους που κουβαλούν ασύνδετα μεταξύ τους τα στοιχεία αυτής της διχοτομημένης ζωής.
Πάντως, η εμπειρία από το ανέβασμα στο Γράμμο, με τόσους ανθρώπους που έχουν άμεση και έμμεση σχέση με τον εμφύλιο, ήταν συναρπαστική και διδακτική.
 

Στο Νεστόριο
Η άφιξη στο Νεστόριο ήταν συγκινητική. Αγκαλιές, φιλιά και επιφωνήματα έκπληξης και χαράς, αφού μερικοί είχαν να συναντηθούν σαράντα χρόνια. Την πρώτη βραδιά, ο δήμαρχος του Νεστορίου Χρήστος Γκοσιόπουλος έδωσε το στίγμα της περιοχής.
«Αυτό που ξεκίνησε τη Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 1940, και τελείωσε -γιατί συνεχίστηκε ο αγώνας, η προσπάθεια, το αίμα, ο πόνος- τον Αύγουστο του 1949, σημάδεψε τον τόπο. Το Νεστόριο, ένα χωριό που πριν από τον πόλεμο αριθμούσε πάνω από πέντε χιλιάδες, σήμερα δεν έχει ούτε 600-700 άτομα μόνιμους κατοίκους. Γιατί βρέθηκε στο κέντρο και της εμφύλιας σύρραξης... Το Γράμμο, το ομορφότερο βουνό της Ελλάδας, τον  αιματοκύλισαν, το ’46-’49, γιατί έτσι αποφάσισαν κάποιοι έξω από την Ελλάδα. Το Νεστόριο, από την ημέρα που ξεκίνησε η αντίσταση εντάχθηκε καθολικά στον ΕΛΑΣ και στο ΕΑΜ. 480 Ελασίτες, άντρες και γυναίκες, μπήκαν στον αγώνα. Και εδώ γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος του εθνικού διχασμού.»
Ήμουν τυχερός γιατί ο ντόπιος οδηγός μας, ο Νίκος Αραστάρης, ήταν πρόθυμος να μας κατατοπίσει. Για την τεχνητή λίμνη που σχεδιάζεται στο φαράγγι, για τη σπηλιά που ήταν νοσοκομείο του ΔΣΕ, για τους σλαβόφωνους κατοίκους της περιοχής που συμμετείχαν με βαριές συνέπειες στο αντάρτικο.
Αυτές οι θεϊκές διαδρομές στη φύση, με τζιπ, δεν βιώθηκαν το ίδιο από τους τραυματίες σε αυτοσχέδια φορεία και τους μαχητές που βομβαρδίζονταν με εμπρηστικές βόμβες από τα αεροπλάνα.
Στο περιβάλλον που αναγεννάει μνήμες, με φόντο τις γαλήνιες βουνοκορφές, ζήτησα από την Μαρίκα Κυριάκου και μερικούς άλλους φίλους, να μου μιλήσουν για την ιστορία όπως τη γράφουν οι απλοί άνθρωποι και όχι οι επαγγελματίες ιστορικοί και τα πολιτικά στελέχη.

Βλήμα στον πνεύμονα
«Είμαι από τα Ζαγοροχώρια. Το ’48, 15 Μαρτίου, μας επιστρατεύσαν, εμένα κι άλλες δυο κοπέλες από το χωριό. Μας πήραν στη Λάιστα, στα έμπεδα. Καθίσαμε εκεί περίπου είκοσι μέρες, και πήγαμε να χτυπήσουμε τα Γιάννενα. Στο κάτω Πέραμα, στήνουμε τον όλμο, βάζουμε ένα βλήμα, πέφτει στη λίμνη. Με το δεύτερο βλήμα, κλατάρει ο όλμος! Ήμουνα στα ηπειρώτικα τμήματα, με τον Υψηλάντη ταξίαρχο. Από κει περάσαμε όλα της Κονίτσης τα χωριά, κι ήρθαμε στο Πευκόφυτο, στο Γράμμο. Μας κυνήγησαν και περάσαμε στο Βίτσι. 28 Οκτωβρίου ήτανε να χτυπήσουμε την Κούλα-Πλατύ· την είχε ο στρατός, την πήρανε οι δικοί μας, κάνει αντεπίθεση ο στρατός, την ξαναπαίρνει, κι έπρεπε να κάνουμε αντεπίθεση. Στο τάγμα του Μαλέτσκου, είχαμε κάποιον Κωνστάντζα, επίτροπο, που μας έβγαλε λόγο «αν δεν πάρουμε την Κούλα-Πλατύ, ο Δημοκρατικός Στρατός δεν γιορτάζει τα δίχρονα». Με τον ενθουσιασμό, νέοι, κάνουμε αντεπίθεση. Σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν πάρα πολλοί. Ο δικός μου λοχαγός Παναγούλης Σωκράτης, σκοτώθηκε. Τελικά, την πήραμε, αλλά το πρωί μάς διώξαν τα αεροπλάνα. Εγώ τραυματίστηκα στον πνεύμονα. Οι τραυματιοφορίνες ήταν γυναίκες από τα μέρη της Φλώρινας. Δεν ξέρανε ελληνικά, σλαβομακεδόνικα μιλούσανε. Με κατέβασαν ώς την Κρυσταλλοπηγή, με έβαλαν σε ένα μουλάρι και με πήγαν στο Μοσχοχώρι, σε ένα νοσοκομείο βαθιά στη γη. Όταν ξύπνησα, βλέπω τραυματίες γύρω-γύρω. Μετά, με μεταφέρουν στρατιώτες τραυματιοφορείς, σε φορείο από κουβέρτα, και μόλις έβαζε το πυροβολικό από τη Φλώρινα, με παρατάγαν κάτω και πήγαιναν να κρυφτούν, στο ρέμμα. Κι όπως μ’ άφησαν, με αρπάζει απ’ το πόδι ο Ντίνος ο Γιουβρής, κι αυτός τραυματίας στο κεφάλι και στην κοιλιά, και με σβαρνάει μέχρι κάτου. Ύστερα έρχονται τα αεροπλάνα, αμάν φόβος και λαχτάρα! Μετά απάνω σε καρότσα, μας πήγαν στην Κορυτσά. Στο Γράμμο, στις εκκαθαριστικές, είδα σκοτωμένα παιδιά... ο αδερφός μου ήτανε στρατιώτης, κληρωτός, και τον σύγκρινα μ’ αυτούς.
Στην Κορυτσά, μια Πόντια γιαγιά, δοσμένη, αγαπούσε όλους τους αντάρτες, με πήρε, με ψείρισε, μ’ έλουσε, με άλλαξε, όχι μόνο εμένα, όλους, γιατί είχε κι άλλο προσωπικό, και με βάλανε στο χειρουργικό τμήμα, με την συνονόματή μου Μαρίκα, την Κόζα, πρώην γυναίκα του Μπελογιάννη. Βλάχα κι αυτή απ’ τη Βέροια και μιλάγαμε βλάχικα. Μάλιστα, όταν έφυγε για το βουνό, πήρε το παντελόνι μου, από κουβέρτα φτιασμένο, γιατί δεν είχε παντελόνι. Εμένα με στέλνουν στη Μοσχούπολη· βουνό, έλατα, για τους φυματικούς. Ρυζόγαλο, γάλα, γιαούρτια, τυριά, ό,τι ήθελα, διπλή μερίδα. Και θεραπεύτηκα. Μετά, παραμονές Δεκεμβρίου, φύγαμε για Πολωνία. Διαλύθηκαν όλα τα νοσοκομεία, κατεβήκαμε στην Κορυτσά, κι απ’ το Μπουρέλι στο Δυρράχιο κι από κει στα πλοία.
Ο άντρας μου ήτανε άρρωστος από φυματίωση και πήγαμε στο Κροστσένκο. Ήτανε αγροτικός συνεταιρισμός. Εγώ δούλεψα στον κάμπο, με τα παιδιά μικρά. Οι περισσότεροι απ’ τα χωριά στο Γράμμο δεν ξέρανε ελληνικά, μόνο σλαβομακεδόνικα. Και έπρεπε να βάλουνε νηπιαγωγούς. Με πιάνει η υπεύθυνη της οργάνωσης. Λέω, δεν ξέρω. Δευτέρα δημοτικού είμαι. Δεν ξέρεις τραγουδάκια; Δεν ξέρεις παιχνιδάκια; Λέω, δεν ξέρω. Έλα, λέει, θα σε μάθει ο γιος μου, έξι πρέπει νάτανε. Και πράγματι, άφησα τον άντρα μου και κοιμόμουνα στο σπίτι τους. Έμαθα, κι έκανα εννιά χρόνια στο νηπιαγωγείο.
Καλά περάσαμε στην Πολωνία. Αναμεταξύ μας τρωγόμασταν. Ζαχαριαδικοί, Μαρκικοί... Ο άντρας μου είχε τελειώσει το γυμνάσιο και δούλευε στην εφημερίδα, τον «Δημοκράτη». Όταν έγινε η δωδέκατη ολομέλεια (1968), τον διέγραψαν, έδιωξαν τα παιδιά απ’ τη λέσχη και τον άντρα μου, παραμονή πρωτοχρονιάς, τον έδιωξαν απ’ τη δουλειά. Γιατί ήταν αντίθετος στη δωδέκατη ολομέλεια.»

Ταξικός αγώνας
Ο Γιάννης Μότσιος, στα γνώριμα μονοπάτια του Γράμμου, με ποιήματα του Πολ Ελιάρ στο δισάκι του, ξετύλιγε τις αφηγήσεις και τα συμπεράσματά του.
«Στη φαντασία μου έφτιαξα ένα Γράμμο που δεν υπάρχει κι εκείνος ο Γράμμος που είχα φτιάξει, ήτανε λειψός σε σχέση με το Γράμμο που υπάρχει. Η ιστορική αλήθεια είναι μία, αλλά όταν είσαι συμμέτοχος, δεν μπορεί να μην είναι και υποκειμενική η στάση σου. Όχι, δεν έκανα λάθος που πήγα στον εμφύλιο πόλεμο. Τι θα πει αδελφοκτόνος πόλεμος; Ταξικός αγώνας ήτανε. Μην παίζουμε με τις λέξεις.
Όμως, δεν αρχίζεις πόλεμο αν δεν έχεις πολλές ελπίδες να τον κερδίσεις. Κι ύστερα, παραδίνεις τα όπλα, κι έπειτα προδίνεις την υπογραφή σου; Νόμιζαν ότι ο ΕΛΑΣ πήγε στα σπίτια του, θα κοιμηθεί με τη γυναίκα του και μετά θα ξαναβγεί στο Γράμμο. Δεν βγήκε. Και δεν βγήκε γιατί δεν υπήρχε προοπτική. Καμιά φορά ο λαός είναι πιο σοφός από τις καθοδηγήσεις.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στη δική μου περίπτωση, δεν μου άφησαν άλλη επιλογή από το να βγω. Μας καίνε το σπίτι, οι Ιταλοί, το ’43. Μας καίνε το σπίτι και το ’46. Μας πήρανε ό,τι είχαμε, γιδοπρόβατα, γελάδια, γαϊδούρια, άλογα, δεν μας αφήσαν τίποτα!
Έτσι βρέθηκα τρία χρόνια στο Γράμμο, στην 9η Μεραρχία Δυτικής Μακεδονίας και μετά, 7 χρόνια στην Τασκένδη, 2 στο Κίεβο, 17 στη Μόσχα. Εργάστηκα στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, με ειδίκευση στην ελληνική λογοτεχνία. Έγραψα δέκα βιβλία, είμαι ο πρώτος μεταφραστής του Καζαντζάκη στα ρωσικά (Χριστός ξανασταυρώνεται και Καπετάν Μιχάλης), του Σολωμού και του Παλαμά...»

Μόνο πατρίδα
Ο Σωτήρης Μυλωνάς έφυγε νεογέννητος από τη Βουλγαρία και μεγάλωσε στο Ζγκορζέλετς. «Οι γονείς μου πήγαν στην Πολωνία από τον Έβρο. Εγώ γεννήθηκα στη Βουλγαρία και έφτασα δώδεκα ημερών στην Πολωνία, σ’ ένα βαγόνι. Έφυγαν οι γονείς μου μαζί με τους παππούδες μου και τις αδερφές του πατέρα μου. Όλοι, εκτός από μία αδερφή που ήτανε η πιο μικρή. Απ’ το δικό μας χωριό, είχαμε 167 θύματα από τον ΔΣΕ και τον ΕΛΑΣ. 12 με 14 μέρες έκανε το τρένο και φτάσαμε εκεί γύρω στις δύο χιλιάδες Έλληνες από τη Βουλγαρία. Πήγαμε στο Ζγκορζέλετς. Η πόλη τότε είχε 49 κατοίκους Πολωνούς, μόνο.
Είχαμε δικούς μας συλλόγους και τα δύο πρώτα χρόνια μαθαίναμε μόνο ελληνική γλώσσα με Έλληνες δασκάλους. Ύστερα, περάσαμε στα πολωνέζικα σχολεία.
Οι Πολωνοί μάς φέρθηκαν πολύ καλά, γιατί έχουμε περίπου την ίδια νοοτροπία. Γιατί και η Πολωνία 177 χρόνια είχε κατοχή. Και ταιριάζανε λίγο οι νοοτροπίες μας. Μας παρείχαν δουλειά, σπίτι, περίθαλψη, τα πάντα. Είχαμε πολλούς γέροντες και πάρα πολλούς ανάπηρους, με κομμένα πόδια, χέρια, αόμματους. Όλοι δουλεύανε με ποσοστά σ’ ένα εργοστάσιο. Εμείς είχαμε παιδικούς σταθμούς και ανταμωνόμασταν στις κατασκηνώσεις. Διακρίσεις δεν υπήρχανε. Με τους Πολωνούς ήμασταν μια οικογένεια και επειδή ήμασταν περισσότεροι, μάθανε ελληνικά. Όμως, δεν υπήρχε περίπτωση να πιούμε ένα ποτηράκι τσίπουρο και να μην πούμε και του χρόνου στην πατρίδα. Μας δίνανε βίλες, γιατί ήτανε άδειες, επιπλωμένα σπίτια, και μεις λέγαμε όχι, γιατί θέλαμε να είμαστε όλοι μαζί και γιατί λέγαμε ότι του χρόνου φεύγουμε για την Ελλάδα. Κι ήρθαμε μετά από τριάντα χρόνια!
Στην πατρίδα, γιατί μ’ αυτά τα ιδανικά μεγαλώσαμε απ’ τους γονείς μας. Μόνο πατρίδα, τίποτ’ άλλο. Πάντως, τα πρώτα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Εκεί ήμασταν Έλληνες κι εδώ Πολωνοί.»

Κομματιαστήκαμε
Η Λίλα Οικονόμου ακολούθησε τον αδελφό της στο τραγούδι, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις ενός αυστηρού πατέρα. «Φτάσαμε στα σύνορα και λέω στον άντρα μου, σταμάτα, θέλω να μπω στην Ελλάδα με τα πόδια. Δεν έβλεπα καθαρά γιατί τα μάτια μου είχανε πλημμυρίσει από δάκρυα κι όλα ήτανε θολά. Περπατούσα τρέμοντας κι ο Γιάννης με το αυτοκίνητο, ακολουθούσε σημειωτόν. Όταν έφτασα και είδα τη μαμά και το μπαμπά, τον αδελφό μου και κάποια ξαδέρφια, άρχισα να κλαίω τόσο δυνατά που τρομαγμένος ο πατέρας μου ρώτησε τι έχω και του λέω, μπαμπά, πατάω σε ελληνικό έδαφος! Τρελάθηκα! Τώρα ζω εδώ, αλλά νιώθω αδέρφια τους συμπατριώτες από την Πολωνία, όχι τους ντόπιους συγγενείς γιατί δεν με πονέσανε, δεν με ζήσανε. Αυτό είναι για μένα το «μετά», ότι έρχομαι σε κάτι που ο μπαμπάς είπε ότι είναι δικό μου και εγώ το βρίσκω ξένο. Και προσπαθώ να το κάνω δικό μου. Πολλά χρόνια με πήρε... Πολλές δυσκολίες, μα πάρα πολλές, δύσκολες μέρες, αβάσταχτες, παλέψαμε με το Γιάννη. Κομμάτια γίναμε όλοι. Και μάζευα αυτά τα κομμάτια για να χτίσω εδώ. Λάτρεψα τα υπέροχα παιδικά μου χρόνια, αλλά λατρεύω και τα χρόνια που ζω εδώ.»
Ο αδελφός της Λίλας, ο Γρηγόρης, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Πολωνία. Ο αγαπημένος τραγουδιστής των Ελλήνων. Αγαπητός και από τους Πολωνούς. Πρώτος στις συναυλίες των συλλόγων και στις παρέες, από Τσιτσάνη και Θεοδωράκη μέχρι δημοτικά και πολωνέζικες μπαλάντες.

Τα στελέχη του κόμματος φέρανε τον καπιταλισμό

 Ο Ηλίας Βράζας είναι η πιο εμβληματική φυσιογνωμία του Ελληνισμού της Πολωνίας. Όχι η πιο διάσημη, τίτλος που ίσως ανήκει στην τραγουδίστρια Ελένη, την οποία ακολούθησα στην Ακρόπολη και την Πλάκα όταν έκανε γυρίσματα με ένα συνεργείο της πολωνικής τηλεόρασης για ένα αφιέρωμα στην πετυχημένη καριέρα της στην Πολωνία. Αλλά σίγουρα, η πιο πολυεπίπεδη. Γιατί ο Βράζας διακρίθηκε για την πολυσχιδή δράση του στον τομέα του πολιτισμού και της επικοινωνίας των ιδεών. Σ’ αυτόν αποδίδεται και η πρωτοβουλία για τη δημιουργία του ομίλου ΜΕΤΑ που φιλοδοξεί να επανασυνδέσει τους διασκορπισμένους απογόνους των πολιτικών προσφύγων που μεγάλωσαν στην Πολωνία.
Ο Βράζας είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Βρότσλαβ, στο Ινστιτούτο Βασικών Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών. Δεν έπαψε, όμως, να ασχολείται με τους πολιτικούς πρόσφυγες, διδάσκοντας ταυτόχρονα στους Πολωνούς φοιτητές φιλοσοφία, κοινωνιολογία και ιστορία με άμεσες αναφορές στον ελληνικό πολιτισμό. Οι συνάδελφοί του τον κατατάσσουν στο ρεύμα των νέων φιλοσόφων/κοινωνιολόγων που αναθεωρούν τη συμβατική οπτική της ευρωπαϊκής ακαδημαϊκής σκέψης η οποία στον κορμό της δεν απέφυγε τη μονόπλευρη θεώρηση και αξιολόγηση των ιστορικών γεγονότων και των πολιτισμικών συνιστωσών.
Στο Γράμμο, ο Ηλίας Βράζας ως κεντρικός ομιλητής έδωσε το στίγμα του πολιτικού πρόσφυγα με την αλληγορία «θάμνοι και πουλιά». Κατόπιν, πήρε την κιθάρα του και τραγούδησε! Για μένα ήταν ευκαιρία να συνεχίσω τη συζήτηση που ξεκινήσαμε πριν από δέκα χρόνια στο σπίτι του στο Βρότσλαβ. Στο πολύωρο ταξίδι επιστροφής, με το κασετόφωνο ανοιχτό και αργότερα στο καφέ Μύλος, στα Εξάρχεια.
Όπως μου εξηγεί ο Ηλίας, ο δημόσιος πολιτικός διάλογος στην Πολωνία είναι ισχνός. Στριμωγμένοι ανάμεσα στον εθνικισμό με τη μορφή του αντιρωσισμού, τον αντικομμουνισμό που ταυτίζεται με τον αντιρωσισμό, τη σλαβική καταγωγή, τον καθολικισμό και την ευρωπαϊκή σύγκλιση, οι Πολωνοί αναζητούν στοιχεία ταυτότητας, καταφεύγοντας σε πολιτικές επιλογές που αναπαράγουν τις πιο αυταρχικές πτυχές του καθεστώτος του «υπαρκτού», το πνεύμα και τις πρακτικές τού οποίου υποτίθεται ότι απορρίπτουν, και παραδίδουν τη χώρα στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς καταπατώντας κάθε αίτημα που έθεταν στι

Σχόλια

    Δεν υπάρχουν σχόλια, γίνεται ο πρώτος που θα γράψει σχόλιο.

Commenting is not available in this channel entry.