τηλ: +30 6937562454

Τα πουλιά και οι θάμνοι

Ομιλία του  φίλου μας, επίκουρου καθηγητή  Ηλία Βράζα στην Συνάντηση Γράμμος 2010

Τα πουλιά και οι θάμνοι

Το ότι βρέθηκα εδώ πάνω στο βήμα να πω κ’ εγώ δυο λόγια δε δικαιολογείται εύκολα. Όταν ο Τάκης ο Κουμαντάνος μου είπε:  «Ηλία, καλό θα ήταν να βγεις κ’ εσύ να μιλήσεις», τον ρώτησα: «Γιατί βρε Τάκη; Και τι να πω; Ως ποιος να μιλήσω;» «Να» – μου είπε αυτός – «ως κάποιος που έμεινε εκεί.» Επανέλαβα μηχανικά: «ως κάποιος που έμεινε εκεί». Μα, πού είναι αυτό το «εκεί;» Η απάντηση μόνο επιφανειακά είναι εύκολη. Αν υπάρχει το εκεί, τότε θα πρέπει να υπάρχει και το εδώ. Εγώ όμως δεν είμαι τόσο ευκολόπιστος για να το πιστέψω. Ούτε το „εδώ” υπάρχει απόλυτα, ούτε το „εκεί”. Ελπίζω να συμφωνήσετε μαζί μου ότι αυτό το «εκεί» ακούγεται λίγο πολύ σαν «πουθενά.» Από πού είσαι; Από πουθενά. Μια τέτοια απάντηση, ειδικά στην περίπτωση εμένα προσωπικά, δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

Να, μια ωραία σύμπτωση: Ένας Γάλλος δραματουργός, ο Αλφρεντ Ζαρρύ, έγραψε προς το τέλος του ΧΙΧ αιώνα ένα έργο που φέρει τον τίτλο „Ο βασιλιάς Ουμπού”. Ο υπότιτλος του ήταν „Τα γεγονότα διαδραματίζονται στην Πολωνία, δηλαδή στο πουθενά”. Όπως είναι γνωστό η Πολωνία δεν υπήρχε τότε ως κράτος, ενώ ο πολωνικός λαός ήταν ένας λαός μεθοριακός, ένας λαός μεταξύ συνόρων (ακριτικός, θα μπορούσαμε να πούμε), ένας λαός χωρίς δική του κρατική στέγη. Από πού είσαι; Απ’ την Πολωνία, δηλαδή από το πουθενά. Στο μεταξύ οι Πολωνοί απόχτησαν κράτος, αλλά δεν εκλείπουν οι μεθοριακοί, οι άνθρωποι του μεταίχμιου, οι άνθρωποι από το πουθενά. Θα έλεγα μάλιστα ότι μαζί με την παγκοσμιοποίηση ο αριθμός τους πολλαπλασιάζεται σε όλες τις γωνίες του κόσμου.

Σχετικά με τον τίτλο αυτής μου της εισήγησης τώρα, που προκάλεσε την περιέργεια της Ελένης της Γιουβρή. Ο τίτλος λοιπόν είναι: Τα πουλιά και οι θάμνοι, όμως πιο σωστό θα ήταν «Παραλλαγές πάνω στο θέμα „Τα πουλιά και οι θάμνοι”». Αναφέρεται σε μια μεταφορά μόνο που θα μπορούσε να αντικατασταθεί από μια οποιαδήποτε άλλη. Η ιστορία είναι η εξής: Κάποιος ανθρωπολόγος επισκέφτηκε κάποτε μια τοπική κοινωνία, απ’ όπου πολλοί άνθρωποι φεύγανε για την ξενητιά. Εκεί κάποιος του είπε: Εμείς εδώ χωρίζουμε τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες – στα πουλιά και στους θάμνους. Οι θάμνοι είναι οι ντόπιοι, οι αυτόχθονες, αυτοί που γνωρίζονται μεταξύ τους, που δεν απομακρύνονται απ’ τον τόπο τους. Άιντε να κάνουν – το πολύ πολύ – ένα σύντομο ταξίδι στο εξωτερικό. Ενώ τα πουλιά είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Τα πουλιά περιπλανιούνται, δε ριζώνουν, λείπουν για χρόνια μακρυά από την πατρίδα, αλλά κάπου κάπου γυρίζουν, την αράζουν κοντά στους θάμνους, τρώνε, πίνουν, γεμίζουν της μπαταρίες τους και συνεχίζουν την περιπλάνηση. Εκφράζω τη γνώμη ότι το πρόβλημα του πουλιού και του θάμνου είναι κατά κάποιο τρόπο κεντρικό πρόβλημα των Ελλήνων. Οι Έλληνες από παράδοση είχαν πάντα ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς, πράγμα που ευνόησε τη δημιουργία πολλών «θάμνων.» Υπήρξαν όμως διάφοροι λόγοι σε πολλές ιστορικές συγκυρίες, λόγοι οικονομικοί συνήθως αλλά όχι μόνο, για τους οποίους πολλοί «θάμνοι» αναγκάστηκαν να μετατραπούν σε «πουλιά» και να πάρουν των ομματιών τους, να μεταναστεύσουν, να ξενιτευτούν. Η δημοτική και η λαϊκή μας παράδοση είναι γεμάτη από τραγούδια για τους ξενιτεμένους, τραγούδια που συνήθως απεικονίζουν μια μάνα που έχει μείνει πίσω παρακαλώντας τον αγέρα ή τα κύματα να της φέρουν πίσω το αγαπημένο παιδί από την κακούργα, σκύλα ξενητειά. Ο οικονομικός μετανάστης λατρεύτηκε στην Ελλάδα σαν ήρωας από τη λαϊκή μούσα. Τι γινεται όμως με τον πολιτικό πρόσφυγα, τον εξόριστο αντάρτη, τον καταδικασμένο, αποκληρωμένο, άσωτο υιό;

Γυρνώντας τώρα στη μεταφορά του θάμνου και του πουλιού, θα έλεγα ότι ο κάθε Έλληνας θα έπρεπε να ανακαλύψει μέσα του και τον θάμνο και το πουλί. Το θάμνο τον θεωρούμε ως κάτι αυτονόητο, μας βγαίνει αυθόρμητα, ως κάτι φυσικό που το αποχτάμε χωρίς κόπο. Αλλά αυτό το νήμα του πουλιού πάει κάπου αλλού. Το πουλί καταφέρνει να πετάξει πάνω και πέρα από τον ορίζοντα και η πατρίδα του με μια ευρύτερη έννοια είναι όλος ο κόσμος, ο πολιτισμός όλου του κόσμου. Βλέπει „πράγματα σπουδάγματα”, τα οποία πρέπει να τα ερμηνεύσει, να τα χώνεψει – πράγματα τα οποία, υπό την προοπτική του θάμνου, ούτε καν φαίνονται. Σιγά, σιγά η ετερότητα γίνεται γ’ αυτό μια αξία πολύτιμη και σημαντική, την οποία ξέρει να χαίρεται.  Ο Σεφέρης, ο οποίος με μεγάλη δόση εμμονής πραγματευόταν ένα είδος μεταφυσικής του ελληνισμού και για τον οποίο ο ελληνισμός ήταν το συνώνυμο ενός οικουμενικού ανθρωπισμού, έλεγε: „Η Ελλάδα γίνεται δευτερεύουσα υπόθεση, όταν συλλογίζεται κανείς τον Ελληνισμό. Ό,τι απ’ την Ελλάδα μ’ εμποδίζει να σκεφτώ τον Ελληνισμό, ας καταστραφεί”. Να μην θυμίσω και τον Καβάφη, ο οποίος δεν ήθελε να τον αποκαλούν Έλληνα, αλλά Ελληνικό. Νομίζω, ότι αυτοί οι άνθρωποι, κάθε ένας με τον τρόπο του, χωρίς να πάψουν να νοσταλγούν να γίνουν θάμνοι, ήθελαν συνάμα να κρατήσουν μέσα τους δυνατό και σε καλή πνευματική κατάσταση και εκείνο το στοιχείο που αποκαλέσαμε εδώ πουλί. Στο γνωστό ποίημα του ο Αλεξανδρινός ποιητής έγραφε:

„Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

[...]

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·

και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι.

Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.

Αλλο δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν”.

Γνώριζε όμως ο Καβάφης τη σημασία του θάμνου. Απλά έλεγε: μη βιάζεσαι να γίνεις θάμνος! Απόλαυσε την περιπλάνηση! Η συμφιλίωση του πουλιού και του θάμνου μέσα μας είναι αδύνατη, αλλά αυτή η προσπάθεια για συμφιλίωση, αυτή η ένταση που δημιουργείται μεταξύ τους -όπως νομίζω– είναι δημιουργική. Η λύση της αντίφασης δεν είναι η άρνηση της καθολικότητας προς την οποία τείνει το πουλί, η καθήλωση στα στερεότυπα της επιμέρους ταυτότητας του θάμνου, η περιχαράκωση στο όριο του εθνικού. Το ζητούμενο είναι μια άλλη σχέση του πουλιού με το θάμνο, σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλοεξάρτησης, μια σχέση που σε μεταμορφώνει δημιουργικά. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η Ελλάδα οικονομικά και πολιτικά ανήκει στο περιθώριο. Θα μπορούσε όμως να ξεφύγει απ το περιθώριο στον πολιτιστικό τομέα. Στο κάτω κάτω οι Νεοέλληνες ήρθαν στην επιφάνεια επικαλούμενοι ως διαπραγματευτικό ατού-τους τον πολιτισμό, τον αρχαίο πολιτισμό. Η περίφημη συζήτηση της λεγόμενης γενιάς του 30 για την „ελληνικότητα” που δεν έχει κλείσει ακόμα, αυτό το αξίωμα είχε.

Δεν θέλω να πολυλογώ. Η νόρμα της ανθρώπινης ιστορίας είναι ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ως θάμνοι, αποχτουν δηλαδή με τη γέννησή τους ρίζες. Πουλιά γίνονται μετά. Αυτή είναι η περίπτωση των γονιών μας. Εδώ όμως θα κάνω μια παρατήρηση: Οι γονείς μας δε γίνανε πουλιά επειδή φύγανε ή από τη στιγμή που φύγανε απ’ την Ελλάδα. Αυτό έγινε νωρίτερα – από τη στιγμή που άρχισαν να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο (Άλλο πράμα η εκμετάλλευση του ονείρου τους απ’ τους ισχυρούς. Μ’ αυτό ας ασχοληθουν οι ιστορικοί.) Οι γονείς μας γίνανε πουλιά όταν πήραν την απόφαση να συγκρουστούν με κατεστημένες αξίες και ιδεολογίες, όταν έθεσαν ερωτήσεις περί δικαιοσύνης, ισότητας, περί μιας πραγματικής κοινωνικής αλληλεγγύης. όταν θέλησαν να αναμετρηθούν προτινοντας έναν εναλακτικο τροπο του ευζειν Οι γονείς μας χρειάστηκε να πάρουν μια απόφαση, έτσι έγιναν πουλιά. Θέλω να πω ότι πουλί γίνεσαι όχι αναγκαστικά όταν περιπλανιέσαι από ένα γεωγραφικό σημείο σ’ ένα άλλο. Πουλί γίνεσαι από τη στιγμή που τα αυτονόητα στα οποία πίστευες μέχρι πρόσφατα παύουν να είναι αυτονόητα.

Στο αντίπαλο δέος έγινε περίπου το ίδιο πράγμα. Τους έπεισαν ότι οι «συμμορίτες» θέλουν να χαλάσουν τη «θαμνότητά τους», αν μπορώ να μιλήσω έτσι. Σε αυτό το σημείο, γεννιέται το παράλογο: ο «υπό την κομμουνιστικήν απειλήν» πανικόβλητος θάμνος, σε μια προσπάθεια να διασώσει αυτήν του τη «θαμνότητα,» μπορεί να καταφύγει σε «έκτακτα μέτρα.» Όταν όμως παίρνεις το τουφέκι, εν δυνάμει μπορείς να σκοτώσεις τον αδερφό σου: και τότε παύεις πια να είσαι θάμνος. Προβληματίζεσαι, στοχάζεσαι και αυτοστοχάζεσαι, είσαι έτοιμος για περιπλάνηση, έτοιμος να γίνεις πουλί. Το θέμα θα μπορούσα να το αναπτύξω, αλλά δεν έχουμε χρόνο. Πάντως το πουλί -κατά τη γνώμη μου- δεν πρέπει να το εξορκίζεις από μέσα σου. Άλλωστε όταν κάποιος ζήσει την εμπειρία της περιπλάνησης, δεν ξαναγίνεται εύκολα θάμνος. Κάθε άνθρωπος που ξεριζώθηκε έστω μια φορά και έγινε πουλί, δεν ξαναγίνεται ποτέ πια θάμνος, αν και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει να νοσταλγεί τις ρίζες του, την εστία, θα μένει μέσα του βαθειά για πάντα ζωηρή η επιθυμία να ριζώσει, να βρει την ισορροπία του, να ησυχάσει. Δεν ξαναγίνεται ποτέ πια θάμνος, διότι η εμπειρία της περιπλάνησης είναι αξέχαστη. Μπορείς βέβαια να κάνεις μια απόπειρα να απωθήσεις το πουλί μεσα σου, αλλά μια μέρα ξαφνικά, χωρίς να το περιμένεις, θα σου θυμίσει την ύπαρξή του.

Ας δούμε σ αυτό το πλαίσιο τους εαυτούς μας. Όλοι εδώ ή σχεδόν όλοι γεννηθήκαμε έξω, «εκεί» – „στην Πολωνία, δηλαδή στο πουθενά”. Κατά κάποιο τρόπο η εμπειρία μας λοιπόν είναι ασύμβατη με τη νόρμα της ιστορίας. Δε γεννηθήκαμε ως θάμνοι, για να γίνουμε κατόπιν πουλιά. Γεννηθήκαμε αμέσως ως πουλιά και μάλιστα ως πουλιά που θέλουν να γίνουν θάμνοι. Όλες οι μεταφορές της λογοτεχνίας με κορυφαία την Οδύσσεια δεν πολύταιριάζουν στην περίπτωσή μας. Η Οδύσσεια πραγματεύεται το νόστο, την επιστροφή. Όμως, για τι είδος νόστου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε στην περίπτωση μας; Να επιστρέψουμε, ναι, αλλά να επιστρέψουμε πού; Εκεί που δεν ήμασταν ποτέ; Δυο λόγια για τη μνήμη τώρα.

Το πόσο σημαντική ήταν η μνήμη ήδη για τους αρχαίους το μαρτυρεί το γεγονός ότι οι Έλληνες ανύψωσαν τη μνήμη και την έκαναν μια απ’ τις θεές τους – τη Μνημοσύνη. Πρέπει εδώ να συμπληρώσουμε ότι για τους αρχαίους η μνήμη που συμβόλιζε η Μνημοσύνη δε συσχετιζόταν μόνο με μια μηχανική στερέωση κάποιου αποκλειστικά αληθινού περιεχομένου, αλλά επίσης με κάποια ποιητικά και μαντικά στοιχεία. Με δυο λόγια η Μνημοσύνη ως μητέρα των Μουσών συγγένευε όχι μόνο με την ιστορία αλλά και με την τέχνη της μυθιστορίας και – ακόμα – με την ποίηση.

Η ατομική ταυτότητα δε συνίσταται στη συγκέντρωση των χαρακτηριστικών που διαθέτει το άτομο, ούτε είναι απλώς ένα δεδομένο, αλλά κάτι το οποίο πρέπει να διαμορφώνεται εξακολουθητικά και να στηρίζεται στις αναστοχαστικές δραστηριότητες του ατόμου. Το ζήτημα της ατομικής ταυτότητας προϋποθέτει στον πυρήνα του την αφήγηση και την αυτοβιογραφία ως μια διορθωτική επέμβαση στο παρελθόν και όχι απλώς ένα χρονικό συντελεσμένων συμβάντων. Τα συμβάντα και τα γεγονότα από μόνα τους στις περισσότερες των περιπτώσεων δε λεν’ τίποτα, είναι βουβά, άλαλα.  Παίρνουν ζωή και βγάζουν λαλιά μόνο σε μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία και αφήγηση. Διορθωτική επέμβαση λοιπόν θα πει ενεργητική επέμβαση της φαντασίας στην αφήγηση της ζωής μας. Αλλά πρέπει να σημειώσω εδώ ότι φαντασία δε θα πει αυθαιρεσία, το αντίθετο μάλιστα – θα πει ειλικρίνεια, δημιουργικός στοχασμός, αναστοχασμός και – όποιος έχει το χάρισμα – ποίηση. Σε τελική ανάλυση η ταυτότητα μας είναι η αφήγηση της ζωής μας ή – όπως λέει η αφίσα – η αφήγηση του ταξιδιού της ζωής μας. Δυστυχώς δεν αποχτήσαμε δημιουργούς, καλλιτέχνες ή πεζογράφους, οι οποίοι θα μπορούσαν να ανυψώσουν την περιπέτειά μας στο επίπεδο ενός μύθου.

Επιτρέψτε μου τώρα να κάνω μια λοξοδρόμηση από το θέμα μου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν και ταυτότητες-υβρίδια – υβριδικές ταυτότητες. Ο δεκατριάχρονος γιος μου, ο Δημήτρης, που είναι εδώ μαζί μας, έχει έναν πατέρα Έλληνα απ’ το πουθενά, μια μητέρα Γερμανίδα-Βερολινέζα, γεννήθηκε στη Γερμανία, κατοικεί στην Πολωνία, πήγε δημοτικό σ’ ένα εβραϊκό σχολείο και φέτος πάει σ’ ένα ισπανόφωνο γυμνάσιο. Υβρίδιο με τα όλα του δηλαδή. Δεν έχουμε χρόνο, αλλά θα μπορούσα να σας πω πώς μπερδεύτηκε το παιδί όταν η δασκάλα είπε στους μαθητές να γράψουν μια έκθεση με τον τίτλο „Η πατρίδα μου”..

Η κουκουβάγια, το πουλί της γνώσης και της σοφίας, πετά το σούρουπο – λέει το γνωστό ρητό του Χέγκελ. Όταν βραδιάσει πια, την ώρα του λυκόφωτος, μπορείς να ρίξεις μια ματιά πίσω στα τετελεσμένα γεγονότα της περασμένης ημέρας και να προσπαθήσεις να απαντήσεις στις ερωτήσεις: πώς ήταν; γιατί ήταν έτσι κ όχι αλλιώς; ποιο ήταν το νόημα αυτού που συνέβη; Κακά τα ψέματα κορίτσια και αγόρια, φίλες και φίλοι, αλλά το σούρουπο, η  ώρα μυροφόρα, αν δεν ήρθε ακόμα, όπου νά ‘ναι πλησιάζει. Νομίζω ότι ήρθε η στιγμη να κάνουμε ένα έστω εισαγωγικό απολογισμό, μια ανακεφαλαίωση της μέχρι τώρα ζωής μας, του «ταξιδιού της ζωής μας» – όπως άλλωστε μπορούμε να διαβάσουμε και στην αφίσα. Με την ιστορία έχουμε τους λογαριασμούς μας. Μας πέταξε κι εμάς και τους γονείς μας από δω κι από κει, χωρίς να πάρει την άδεια μας. Ήρθε καιρός να εκδικηθούμε. Μπορούμε μάλιστα να ξανα-αφηγηθούμε την ιστορία, που θα πει να αρπάξουμε απ’ την ιστορία το προνόμιο να αφηγείται τη ζωή μας και να την αφηγηθούμε με έναν δικό μας τρόπο, με τη δική μας ευαισθησία, με τη γλώσσα μας, υποκειμενικά και λυρικά. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να δείξουμε στην ιστορία την αξία και τη δύναμη της γλώσσας.

Το ότι βρίσκομαι σήμερα εδώ στο Νεστόριο, στο Γράμμο, το ότι είμαι αυτός που είμαι, το ότι λέω αυτά που λέω – όλα έχουν άμεση σχέση με τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, με τον Εμφύλιο, με την Κατοχή: κι από κει ακόμα πιο βαθειά. Όταν σκέφτομαι ότι θα μπορούσα ίσως κάποτε κι εγώ να γίνω θάμνος, πάντα έχω στο νου μου την Ελλάδα.

Ηλίας Βράζας

Σχόλια

    Δεν υπάρχουν σχόλια, γίνεται ο πρώτος που θα γράψει σχόλιο.

Commenting is not available in this channel entry.